Plissken Festival 2015 - Κτήριο 56, Ελληνικός Κόσμος, 5-6 / 06 / 2015

Error message

  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->load() (line 175 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->cacheGet() (line 354 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->load() (line 175 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->cacheGet() (line 354 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->load() (line 175 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->cacheGet() (line 354 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->load() (line 175 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->cacheGet() (line 354 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->load() (line 175 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->cacheGet() (line 354 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->load() (line 175 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).
  • Warning: array_flip(): Can only flip STRING and INTEGER values! in DrupalDefaultEntityController->cacheGet() (line 354 of /var/www/clients/client4/web150/web/includes/entity.inc).


Plissken Festival 2015 - Κτήριο 56, Ελληνικός Κόσμος, 5-6 / 06 / 2015

Απ’ ότι φαίνεται, τα πράγματα γύρω από το φεστιβάλ Plissken πηγαίνουν σύμφωνα με ένα σχέδιο που στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, δείχνει να λειτουργεί. Η διοργάνωση χρόνο με το χρόνο γίνεται και καλύτερη, το line up βρίσκει το βηματισμό του, οι σκηνές πληθαίνουν και συνεπακόλουθα και ο κόσμος που προσέρχεται για να το παρακολουθήσει. Απ’ ότι υπέπεσε στην αντίληψή μου, όλα κύλησαν ομαλά, δεν άκουσα κάποιο παράπονο από κάποιον φίλο σχετικά με κάποια υστέρηση σε όσα διαδραματίστηκαν τις δύο ημέρες στο Κτήριο 56 του Ελληνικού Κόσμου, και η προσωπική μου εμπειρία ήταν ότι μπόρεσα να μετακινηθώ από σκηνή σε σκηνή γρήγορα, να φάω, να πάρω μπύρα, να χρησιμοποιήσω τις τουαλέτες, να πάω και να φύγω από το χώρο χωρίς κανένα πρόβλημα. Αν κάτι θα θέλαμε να επισημάνουμε, είναι ότι θα έπρεπε να υπήρχαν flyers με το πρόγραμμα της κάθε ημέρας για να μπορεί κανείς να δει και να βρει που θα κατευθυνθεί προσεχώς, καθώς και οι καθυστερήσεις στην κεντρική σκηνή που χαλούσαν λίγο τον προγραμματισμό στο τι θα δεις, αλλά και πάλι αυτά δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα σοβαρό. Ίσως επίσης θα ήταν καλό να είχε προσεχθεί το κομμάτι μπροστά από τη σκηνή Republic με τις λίμνες από βρόχινα νερά και τη συνεπακόλουθη λάσπη που έκανε δύσκολη τη μετακίνηση από και προς τα εκεί, και λίγο Sunn O))) (πώς θα μπορούσα να μην;) που είχαν ρίξει δεν έλυνε βέβαια το πρόβλημα. Τέλος, υπάρχει και το θέμα του ήχου σε κάποιες περιπτώσεις που είναι γνωστό και πάντοτε φλέγον και ποιος είναι διατεθειμένος να στοιχηματίσει ότι κάποτε θα λυθεί; Όχι εγώ πάντως… Είδαμε πολλά κι ενδιαφέροντα πράγματα, ιδού μια καταγραφή των εντυπώσεών μας:

plissken 2015

 

Τα προεόρτια

Το Plissken ξεκίνησε ουσιαστικά μια ημέρα νωρίτερα, με την εμφάνιση των Shellac σ’ ένα Αν Club που έγινε sold out εύκολα. Το γιατί ίσως δεν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει, ακόμη κι αν κάποιοι πήγαν στο άσχετο μόνο και μόνο για να δουν από κοντά τον άνθρωπο που έκανε παραγωγή κάποτε σε ένα δίσκο των Nirvana (ή και στους Bokomolech που άνοιξαν όπως είναι φυσικό τη συναυλία με ένα σετ αντάξιο του στάτους που διατηρούν στην εγχώρια ροκ σκηνή). Εκείνο που μας ενδιαφέρει όντως είναι ότι το γκρουπ ήταν τρομερό, και σαν μουσικοί αλλά και σαν σκηνική παρουσία, αφήνοντας άπαντες άναυδους με το πόσα μπορεί να καταφέρει ένα ροκ τρίο επάνω στη σκηνή. Θα μιλούσαμε για τρεις καταπληκτικές και με ξεχωριστά χαρίσματα μονάδες, ένας μπασίστας που έκανε το δικό του σόου εκεί στα δεξιά της σκηνής, ένας ντράμερ μηχανάκι που σε στιγμές δεν σε άφηνε να πάρεις τα μάτια σου από επάνω του, και φυσικά ό Steve Albini που παραμένει ένας φανταστικός κιθαρίστας αλλά κι ένας performer που ξέρει να δίνει ένα πραγματικά φοβερό live, όχι μόνο με όσα παίζει αλλά και με όσα λέει τόσο ανάμεσα όσο και μέσα στα κομμάτια του. Συγκοπτόμενοι ρυθμοί που φέρνουν στο νου το math rock που κάποτε αγαπήσαμε, δύναμη στο παίξιμο και πάνω απ’ όλα τιμιότητα στις προθέσεις και το τελικό αποτέλεσμα.

plissken 2015

Πρώτη ημέρα

Ξεκίνημα από νωρίς το απόγευμα με τους Strand Of Oaks και την americana τους, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε σαν ένα τυπικό σχήμα του είδους που στηρίζεται περισσότερο στο ηλεκτρικό του ύφος του παρά στο ακουστικό / αφηγηματικό του μέρος. Ο μπροστάρης τους Timothy Showalter, όλο μαλλιά, πυκνό μούσι και τατουάζ, θα μπορούσε να είναι μέλος σε heavy / stoner μπάντα αλλά αντ’ αυτού γράφει εξαιρετικά κι ευαίσθητα κομμάτια και τα ερμηνεύει ανάλογα. Μας άφησε καλές εντυπώσεις αν και δεν έκανε τη διαφορά, ήταν πάντως ένας πρώτης τάξης άνοιγμα για τα όσα θα επακολουθούσαν (πολύ καλά λόγια μας είπαν και για τους Buke & Gase που ήταν οι πρώτοι πρώτοι που έπαιξαν, δυστυχώς σε ώρα ελαφρώς απαγορευτική σε εργάσιμη ημέρα…)

Πέρασμα από τη σκηνή των δικών μας Afformance για μια γερή δόση σκληρού ήχου, που ακροβατεί ανάμεσα στο post rock και το post metal, πριν περάσουμε να δούμε τους Xylouris White. Όπως και την άλλη φορά που τους είχα δει, αξίζει να τους δει κανείς για δύο λόγους: ο ένας για να βιώσει πώς καταφέρνουν και δένουν δύο φαινομενικά ετερόκλητα πράγματα, την Κρητική ηχητική παράδοση με την Δυτική σκοπιά προσέγγισης του ήχου, αλλά και για να δει κανείς τον Jim White να παίζει τύμπανα. Δεν υπάρχει ο τύπος, η φαντασία του επάνω από τα ντραμς είναι τρομερή, παίζει σαν free jazz ντράμερ γυρνώντας σαν κοράκι επάνω από τις συνθέσεις κι άλλοτε ακολουθώντας τες, ξεφεύγοντας κάποτε σε άλλες σφαίρες ρυθμών και μέτρων. Πάρα πολλοί καλοί, νομίζω ότι θα ήταν πολύ καλύτεροι σε βραδινή ώρα (να πούμε εδώ ότι ένα πρόβλημα στάθηκε πράγματι αυτό, ότι δηλαδή ο προγραμματισμός στο τι ώρα θα εμφανιζόταν το κάθε σχήμα δεν ήταν και ο καλύτερος, που ναι μεν ήταν αναπόφευκτος με τόσα ονόματα, αλλά κάποτε θα μπορούσε να γίνει με μεγαλύτερη σοφία).

Τις Coathangers δεν τις γνώριζα, ούτε και έγινα καλύτερος τώρα που τις έμαθα, αλλά για κάμποση ώρα μου πρόσφεραν ένα ευφρόσυνο θέαμα να πιω μια μπύρα μαζί του. Παίζουν ένα μείγμα από post punk και riot grrrl ήχους, αλλά το κάνουν με ζήλο και μπόλικες φωνές που δείχνουν οργή και νεανικό ενθουσιασμό. Έπαιξαν μια διασκευή στο Sex Beat των Gun Club να γουστάρουν οι παρευρισκόμενοι, και γενικά αποτέλεσαν αυτό που θα ονομάζαμε «πολύτιμο φεστιβαλικό υλικό».

metz

Από την άλλη, οι Metz είναι ασυνήθιστα κοφτεροί και δεν αστειεύονται. Κάτι λέγαμε για ροκ τρίο νωρίτερα κι αυτοί εδώ οι μάγκες από το Τορόντο είναι από τα πιο εκρηκτικά πράγματα που μπορείς να δεις. Τα έσπασαν στην κεντρική σκηνή κι έφυγαν, δεν είχαν πρόβλημα που έπαιξαν με τον ήλιο ακόμη ψηλά, απλά κι εγώ ευχόμουν να μπορέσω να τους δω ξανά σε χώρο σαν το 6 d.o.g.s, που το ωστικό τους κύμα σε πιάνει από το γιακά και σε τινάζει στον τοίχο της μικρής αίθουσας!

Συνέχεια με τους Σκωτσέζους Twilight Sad και τη δική τους εσωτερική κι έντεχνη μουσική. Τους αδίκησε πολύ ο ήχος και δεν κατάφεραν να με πείσουν αυτή τη φορά, παρότι μου αρέσει και η μουσική τους και η παλιότερη εμφάνισή τους στη χώρα μας σε κλειστό χώρο. Κατά τα άλλα, o James Graham το έζησε ξανά με ερμηνεία που δεν κρατούσε τίποτα για τον εαυτό της, η μπάντα ακολουθούσε πιστά με ατμοσφαιρικές προθέσεις αλλά και κάποια δυναμικά ξεσπάσματα. Καλοί ήταν, έχουν υπάρξει και καλύτεροι…

the twilight sad

Ο Tony Allen στη μεγάλη σκηνή είναι μύθος, κι είχε έρθει να το αποδείξει. Με την τεράστια αφρικανική παράδοση στην πλάτη του, θα έπρεπε να μας πείσει για όλους τους λόγους που το όνομά του έχει εμπλακεί τόσο ενεργά στη δημιουργία της παράδοσης αυτής. Δυστυχώς, η εμφάνισή του μου φάνηκε άνευρη και χωρίς κορυφώσεις, κι ακόμη κι αυτό το Go Back που τον έχει κάνει σαφώς γνωστότερο τελευταία δεν στάθηκε ικανό να απογειώσει το κοινό – και ασφαλώς δεν έφταιγε η απουσία του Damon Albarn από τα φωνητικά, ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτή.

tony allen

Και πάμε στους Iceage. Μου αρέσουν πολύ οι δίσκοι τους, και πιστεύω ότι και λάιβ ήταν καλοί γενικά αν εξαιρέσουμε ένα μικρό πρόβλημα: τον τραγουδιστή τους. Σοβαρά τώρα, δεν του λέει κανείς τίποτα; Οι συνάδελφοί του στο γκρουπ, ο μάνατζερ, κάποιος! Η θέση του Nick Cave είναι πιασμένη ήδη από τον ίδιο, και η θεατρικότητα του Simon Huw Jones των And Also The Trees έχει νόημα στα πλαίσια της μουσικής τους. Ακόμη κι έτσι τέλος πάντων, μου άρεσε αυτό που άκουσα μα προσπαθούσα να μην πολυκοιτάζω προς τη σκηνή. που δεν είναι το ζητούμενο σε μια συναυλία. Αλλά τι να κάνεις, ο καθένας πορεύεται με όσα παρουσιάζονται στο δρόμο του.

iceage - plissken

Κάνω ένα διάλλειμα ακούγοντας τους ψιλοάθλιους Beardyman από μακριά και χάνω έτσι τους Dalhous (που φίλοι που εμπιστεύομαι τη γνώμη τους μου είπαν ότι ήταν περίφημοι). Πάω κατ’ ευθείαν στους Austra από τον Καναδά. Σαν καθαρά λάιβ γκρουπ δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, και μπροστά σου απογυμνωμένοι φάνταζαν λιγότερο glamorous απ’ όσο τους φαντάζεσαι ακούγοντάς τους. Η μικρόσωμη Katie Stelmanis έχει αυτή τη φαινομενικά οπερετική φωνή με την οποία και κερδίζει κάποιους πόντους, όπως και με τα κομμάτια τους που έχουν γίνει αρκετά γνωστά από το ραδιόφωνο. Λειτουργούν επίσης σαν διάλλειμα πριν δεις κάτι αληθινά καλό, που ξέρεις ότι δεν θα αργήσει να ακολουθήσει.

austra - plissken

Εντάξει τώρα, οι Mudhoney είναι πάντα οι Mudhoney, κι ακόμη κι αν έπαιζαν παραδοσιακά άσματα του Νεπάλ με ukulele πάλι θα τους έβλεπες σαν το καλύτερο πράγμα που περπάτησε στον πλανήτη Γη. Ήταν με άλλα λόγια αναμενόμενα καλοί, που ως βετεράνοι του ροκ το έχουν στο τσεπάκι τους και το επιδεικνύουν κάθε φορά που θα τους ζητηθεί. Αναμνήσεις από εποχές που το ροκ ήταν η κυρίαρχη μουσική στον παγκόσμιο χάρτη (ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε), τραγούδια ιστορικά ή που πατάνε γερά επάνω στην ιστορία, και μια χορταστική εμφάνιση που δεν άκουσα από κανέναν κακά λόγια γι’ αυτή – κι εγώ είμαι ο τελευταίος που θα τα πει, όχι βέβαια ότι μου έδωσαν και καμία αφορμή τα όχι-και-τόσο-κουρασμένα παλικάρια…

mudhoney - plissken

Είχε ανοίξει εν τω μεταξύ και η σκηνή Aquarium με ένα πολύ δυνατό όνομα. Όποιοι προσήλθαν να δουν και να ακούσουν τη Pharmakon χωρίς να το έχουν κάνει πρωτύτερα, σίγουρα υπέστησαν σοκ – εδώ το υπεστήκαμε εμείς που την έχουμε τσεκάρει κι από το άλμπουμ της. Μπροστά σε ένα φόντο από κόκκινά φώτα, έπαιξε θόρυβο με βόμβους που έδειχναν να παράγονται από γεννήτριες φτιαγμένες γι’ αυτή τη δουλειά. Επάνω απ’ αυτό, πηγαινοερχόταν στη σκηνή ουρλιάζοντας κατά κύριο λόγο, ενίοτε έλεγε και κάτι αλλά δεν έχει και πολύ σημασία αυτό. Σκοπός της ήταν σαφώς να σοκάρει και τα κατάφερε πολύ καλά, εξ ου και οι αποχωρήσεις ήταν μαζικές. Μου έκανε όμως εντύπωση ότι ήταν και πολλοί εκείνοι που έμειναν να παρακολουθήσουν μέχρι τέλους το σύντομο ούτως ή άλλως σετ της, αναγνωρίζοντας ότι την ιστορία στη μουσική δεν την έχουν γράψει μόνο τα τραγούδια, με και πλείστοι παρείσακτοι της κουλτούρας της όπως οι Throbbing Gristle και οι Merzbow πχ.    

Πεταγόμαστε να τσεκάρουμε τους Ratking για να ισιώσουμε με λίγο Νεοϋορκέζικο hip hop. Τρίο με δύο ράπερ και τον απαραίτητο δισκοθέτη, μας έκαναν εύκολα να λικνιστούμε με τις ρίμες τους. Κι ακόμη κι αν δεν είμαι σε θέση να αξιολογήσω όπως πρέπει αυτού του είδους τα σχήματα, μου φάνηκαν καλοί κι εκπροσώπησαν το είδος επάξια για εκείνη την ημέρα (έχασα βέβαια και τον Έλληνα Apanemic που είχε εμφανιστεί νωρίτερα).

savages - plissken

Η συνέχεια επεφύλασσε την καλύτερη για τους περισσότερους εμφάνιση της βραδιάς (έκαναν όλοι τους λάθος όμως). Οι Savages έχουν χτίσει ένα ζηλευτό προφίλ με ένα και μοναδικό άλμπουμ, κι ελπίζουμε να γίνουν ακόμη γνωστότερες με το νέο πολυαναμενόμενο δεύτερό τους δίσκο. Βλέποντάς τες live καταλαβαίνεις ότι δεν τους έχει χαριστεί τίποτα κι ότι πρόκειται για μία όντως σπουδαία μπάντα. Δεν είναι μόνο ότι η ενέργειά τους επί σκηνής είναι σαρωτική, είναι που έχουν κι ένα επικοινωνιακό χάρισμα που ελκύει σαν μαγνήτης το κοινό επάνω τους. Οι τρεις μουσικοί της μπάντας είναι εξαιρετικές στο ρόλο τους, η Jehnny δε σα μπροστάρισσα καθηλωτική με την ερμηνεία και τη σκηνική της παρουσία. Χωρίς κανένα πρόβλημα στον ήχο ή στην απόδοση, έπαιξαν μοναδικά τα post punk τραγούδια λογικής τραγούδια τους και δεν άφησαν κανέναν να αποχωρήσει χωρίς να παραμιλάει γι’ αυτό που είδε. Έπαιξαν ένα νέο κομμάτι που δεν μας τρέλανε κιόλας, τη δουλειά αυτή την έκαναν όλα τα υπόλοιπα που γνωρίζουμε και αγαπάμε. Πάρα πολύ καλές, η εμφάνισή τους θα αποτελεί σημείο αναφοράς για όσους τις είδαν για πολύ καιρό.

savages

savages - plissken

Πάμε να δούμε τι κάνει αυτό το παλιόπαιδο ο Gonjasufi, γιατί είχαμε καιρό να τον συναντήσουμε  και να πούμε τα νέα μας. Βγήκε με σκουφί και μούσια λες και ήταν άστεγος, και με δύο ακόμη τύπους πίσω του να ρυθμίζουν τα της μουσικής. Έκανε ένα πολύ άτσαλο κατά τη γνώμη μου ξεκίνημα, στα δύο τρία πρώτα κομμάτια νόμιζα ότι μας κάνει πλάκα κι αποφάσισα να αποχωρήσω για άλλες σκηνές. Αργότερα ήταν πολύ καλός, μου είπαν, αλλά δεν είχα την υπομονή να καθίσω να περιμένω να συμβεί κάτι τέτοιο. Στη ζωή και στα λάιβ δε σου δίνονται δεύτερες ευκαιρίες, οπότε δεν ξέρω ειλικρινά ποιος έχασε, εγώ ή ο Γκοτζασούφης.   

the horrors - plissken

horrors - plissken

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους επόμενους, τους Horrors. Μου αρέσουν πάρα πολύ και θα τους έβλεπα για τέταρτη φορά με πολύ χαρά. Ο ήχος τους όμως ήταν από την αρχή άθλιος, και ίσως γι’ αυτό και οι ίδιοι ξεκίνησαν να παίζουν χαλαρά και χωρίς ιδιαίτερη όρεξη. Ο τραγουδιστής Faris Badwan ήταν μάλλον νευριασμένος με την όλη φάση και τίναζε το καλώδιο γεμάτος τσαντίλα, ενόσω τα πλήκτρα τάπωναν επιδεικτικά όλα τα υπόλοιπα όργανα που πάσχιζαν να ακουστούν. Άντεξα να τους δω τέσσερα – πέντε τραγούδια, είδα ότι δε γίνεται τίποτα κι αποχώρησα. Έγιναν καλύτεροι αργότερα, μου είπαν και πάλι, αλλά διαβάστε ξανά παραπάνω ως κλείσιμο και αυτής της παραγράφου.

the horrors

Ήθελα με λύσσα να δω τους And You Will Know By The Trail Of Dead, επειδή δεν τους είχα ξαναδεί αφενός, κι αφετέρου επειδή είναι προφανές από τη μουσική τους ότι τα λάιβ τους θα είναι κολασμένα. Ήταν πράγματι φοβεροί, εμφανίστηκαν σαν κουαρτέτο και ήταν όλα όσα περίμενα κι ακόμη περισσότερα! Το αστείο είναι ότι φίλοι μου που τους γνωρίζουν καλύτερα και τους ακολουθούν σε συναυλίες τους στο εξωτερικό μου είπαν ότι τους βρήκαν πεσμένους, κι ότι παλιότερα ήταν ακόμη καλύτεροι, έπαιζαν με δύο ντράμερ κι άλλα τέτοια. Προσωπικά ακόμη κι αυτό που είδα μου φάνηκε σπουδαίο, οπότε ένας Θεός ξέρει πώς θα ήταν να τους δεις στο απόγειο των δυνάμεών τους. Καταπληκτικοί μουσικοί ασυζητητί, παίζουν με μία ανελέητη εσωτερική δύναμη που σε καθηλώνει και σε οδηγεί σε μια εξαιρετική συναυλιακή εμπειρία. Η μικρή σκηνή φαινόταν όντως μικρή για τα κυβικά τους, φαντάζομαι ότι μέσα σε ένα κλειστό χώρο θα είναι άξιοι και ικανοί να τον ανατινάξουν!

and you will know us by the trail of dead

Κάτι που έκανε ο επόμενος, κι ας μην είχε οροφή από πάνω ο χώρος! Κυρίες μου και κύριοι, όσοι φύγατε πριν τις δύο, λυπάμαι που σας το λέω, αλλά χάσατε την καλύτερη εμφάνιση της Παρασκευής. Θέλω να πω, φύγατε χωρίς να δείτε τον Squarepusher; Πλάκα μου κάνετε; Και δεν είναι ότι είμαι μέγας του φαν, αλλά ακούστε να σας εξηγήσω: κατ’ αρχήν το νέο του άλμπουμ δεν είναι από τα καλύτερά του, κατά τη γνώμη μου. Το Damogen Furies τον γυρίζει πίσω στα αμιγώς ηλεκτρονικά του πονήματα, εγκαταλείπει για λίγο τις fusion jazz εμμονές του και την όποια οργανική συμμετοχή παρεισφρέει στους δίσκους του κι επιστρέφει σε σκληρές ηλεκτρονικές φόρμες, δύστροπες και φουλ επιθετικές σαν άκουσμα (γεγονός που τον κάνει δύσκολο να τον ακούσεις μονοκοπανιά, στο τέλος σε αφήνει εξουθενωμένο). Όπως όμως εξηγεί και στο εσώφυλλο του δίσκου, είναι φτιαγμένος από ηλεκτρονικά όργανα που δεν ακολουθούν τις εργοστασιακές τους προδιαγραφές, είναι κατασκευασμένα από τον ίδιο και με έναν προσανατολισμό να λειτουργούν εξίσου καλά και σε συνθήκες συναυλίας. Εξ ου και όλα όσα ακούγονται στο δίσκο είναι παιγμένα επίσης live και σε ένα take. Βγήκε λοιπόν ο Tom Jenkinson φορώντας μάσκα ξιφομάχου (μελισσοκόμου κατ’ άλλους) και ξεκίνησε τη σπαστική του electronica. Έλιωσε το μυαλό μας με την πολυπλοκότητα των ήχων και του πλεξίματός τους σε ένα δαιδαλώδες άκουσμα με άπειρες αναφορές αλλά και συνομοταξίες ηχοχρωμάτων. Εκτός από κομμάτια του δίσκου αυτού (τα πιο εύληπτα ασφαλώς, Stor Eiglass, Exjag Nives και κανένα δύο άλλα), έπαιξε και μία επική εκτέλεση του κλασικού του Come On My Selector προσαρμοσμένη στη λογική του νέου του ύφους. Κι αφού είχαμε μείνει να σπαρταράμε εκεί μπροστά του, έκανε την έκπληξη: βγάζει τη μάσκα του, κλείνει τα μηχανήματα και κρεμάει επάνω του ένα εξάχορδο μπάσο. Για όσους δεν το γνωρίζουν, ο Jenkinson είναι σπάνιος βιρτουόζος του οργάνου και θα ήταν πραγματικά κρίμα να μην τον δούμε να παίζει λίγο μ’ αυτό το θηρίο.  Έπαιξε κανένα τέταρτο στο στυλ του δίσκου του Solo Bass (κάντε τις λέξεις αυτές αναζήτηση στο youtube με το όνομά του κι άντε γεια!) και κατόπιν συνέχισε έχοντας ηλεκτρονική συνοδεία από το laptop του. Το όλο πακέτο ήταν εξωπραγματικό, περισσότερο απ’ ότι μπορούσε να ζητήσει ο καθένας από εμάς, τόσο από τον ίδιο τον Squarepusher όσο κι από τη ζωή του!

 

Δεύτερη ημέρα

Ακόμη νωρίτερα προσέλευση το Σάββατο για λογαριασμό των Waxahatchee. Με μία τριάδα συμπαθητικών δίσκων, ήθελα να δω τη μπάντα της Katie Crutchfield και να δοκιμάσω πιθανώς μια ευχάριστη έκπληξη. Ευχάριστοι ήταν οπωσδήποτε, έκπληξη δεν ήταν σε καμία περίπτωση, μιας που αυτό που έπαιζαν ήταν ένα βατότατο indie ροκ αμερικανικής κοπής, όπως το αποθέωσαν και το έπαιξαν πειστικότατα οι Belly πριν από δύο δεκαετίες. Τέσσερις κοπέλες απάρτιζαν το γκρουπ μαζί με έναν άντρα στην τρίτη (!) κιθάρα, έκαναν ένα πρώτο ζέσταμα μέχρι να αρχίσει ο κόσμος να προσέρχεται.

Όταν ανέβηκαν στη σκηνή οι Perfume Genius, ο κόσμος ήταν ακόμη πολύ λίγος και ο ήλιος πολύ ψηλά (και ζεστός). Και είναι πραγματικά κρίμα γιατί ο Mike Hadreas και ο μουσικός του κόσμος άξιζε πολύ περισσότερο ακροατήριο μπροστά του. Με see-through μπλουζάκι και φορώντας κραγιόν, παρουσίασε την ευαίσθητη προσωπική τραγουδοποιία του με τη συνοδεία τριών ακόμη μουσικών στα μπάσο – ντραμς – πλήκτρα. Έπαιξε και ο ίδιος πιάνο σε κάποια ακόμη πιο ήρεμα κι αγωνιώδη για αγάπη κομμάτια, ενώ στις πιο εξωστρεφείς στιγμές του ερμήνευσε με ένα χαρακτηριστικό λίκνισμα και σουφρώνοντας διαρκώς τα χείλη του. Μας χαμογέλασε συχνά – μάλλον όταν άκουγε ωραία λόγια να εκτοξεύονται προς αυτόν από τις πρώτες σειρές – και μας κέρδισε με την παρουσία του, κι ευχόμαστε να ξανάρθει αλλά σε κλειστό αυτή τη φορά χώρο, εκεί όπου κυριολεκτικά θα θριαμβεύσει όπως είναι προφανές ότι μπορεί.      

H συνέχεια ανήκε στους Pow!, μια synth punk μπάντα από το Σαν Φρανσίσκο που ηχογραφεί στην εταιρία του αρχηγού των Thee Oh Sees. O κιθαρίστας τους φορούσε κι εκείνος κραγιόν, μπλε αυτή τη φορά, και δίπλα η κοπέλα στα synths που λέγαμε είχε μαλλιά σε ακόμη πιο παρδαλό χρώμα. Η μουσική τους έμοιαζε με J-Pop, ή την σαχλέστερη anorak pop που έχετε ακούσει, κάπως σαν τους Bis αλλά πιο μάπα σίγουρα. Ακούγονταν σαν ηχητική τσιχλόφουσκα με πολλά πρόσθετα γεύσης και κάπως έτσι τους χρησιμοποίησα κι εγώ, τους μάσησα για λίγα λεπτά και κατόπιν τους έφτυσα πριν μετακινηθώ για πολλοστή φορά.

Τώρα οι Liturgy είναι μια αμφιλεγόμενη περίπτωση. Απ’ ότι καταλαβαίνω είναι black metal για όσους δεν ακούν και πολύ φανατικά black metal, κι αυτό αν ποτέ δεχτούμε ότι παίζουν black metal, αφού οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί του είδους δεν τους παραδέχονται και τους θεωρούν φλώρους ή κάτι ανάλογο. Η αλήθεια είναι μέχρι κι εγώ έχω ένα άλμπουμ τους, που δεν έχω σχέση, κι αν κάτι μου αρέσει σ’ αυτούς είναι που τα φωνητικά τους δεν είναι «βόθρικα». Βλέποντάς τους λάιβ, μου άρεσε που έπαιζαν σκληρά, μα όχι και τόσο σκληρά όπως αρμόζει σε μια μπάντα του χώρου τους, και δεν μπόρεσα να μη διαπιστώσω ότι τα φωνητικά τους είναι τελικά μάλλον αστεία. Όχι μόνο για τους blackμεταλλάδες αλλά γενικώς. Μου άρεσαν όμως, πέρα από όλες αυτές τις σημειολογικές αναλύσεις που για κάποιους είναι πάντως πολύ σημαντικές, και θα κρίνω αυτή τους την εμφάνιση με ένα θετικό πρόσημο. Δε νομίζω δηλαδή ότι έχανε οποιοσδήποτε είχε αποφασίσει να τους δει το χρόνο του μαζί τους.

steve gunn

Ο Steve Gunn ήταν από τις ευχάριστες εκπλήξεις του φεστιβάλ, από την άποψη ότι ενώ ξέραμε ότι θα είναι καλός κρίνοντας από τους δίσκους του, ήταν κατά τι ακόμη αρτιότερος βλέποντάς τον παρέα με τη μπάντα του. Επιδέξιος συνθέτης που ήξερε να κάνει τη μικρή διαφορά στο αχανές κι ανταγωνιστικό πεδίο των singers / songwriters και περίφημος εκτελεστής, σε κρατούσε κοντά του αβίαστα παρά το γεγονός ότι φαινομενικά έπαιζε κοινοτυπίες. Ήταν όμως εξαιρετικά ταξιδιάρικες οι συνθέσεις του και λειτουργούσαν άψογα με το σούρουπο μέσα στο οποίο τις ακούγαμε. Από τα highlights του φεστιβάλ, μάλιστα εκείνα που ελάχιστοι πρόκειται να σας επισημάνουν.

Τρέξιμο στη μεγάλη σκηνή για να προλάβουμε έστω και λίγο από το λάιβ του επίσης Νεοϋορκέζου hip hopper Pharoahe Monch. Προσερχόμενοι στην κεντρική σκηνή ακούσαμε να αναφέρεται στην αστυνομία όχι και με τα κολακευτικότερα λόγια και έκανε ένα πέρασμα από τον αντι-αστυνομικό ύμνο Fuck The Police των NWA, για να περάσει στη συνέχεια στο δικό του υλικό. Στο πλάι του είχε έναν τρομερό λευκό με τζίβες τόσο μακριές που τις είχε μπλέξει σαν τουρμπάνι γύρω από το κεφάλι του (!) κι ένα επίσης έγχρωμο μουσικό (όπως είναι κι εκείνος) που εκτελούσε τα χρέη του dj, με την ευθύνη να πέφτουν τα τεμάχια στην ώρα τους, να κάνει σόλο scratching κι όλα όσα συνθέτουν τέλος πάντων ένα σόου hip hop μουσικής. Μου φάνηκε καλός και θα πρέπει να ήταν, δεν είμαι από την άλλη και ο καλύτερος να αξιολογώ τέτοιου είδους συναυλίες.   

Όλη αυτή την ώρα χάνω τη Verveine που δεν την ήξερα αλλά έμαθα ότι ήταν καταπληκτική και πηγαίνω προς Morgan Delt μεριά. Μου είχε αρέσει η ψυχεδέλεια του περυσινού του ντεμπούτο δίσκου και είχα την περιέργεια να τον δω, τελικά όμως η εμφάνισή του δεν με ικανοποίησε. Ίσως να μην έφταιγε ο ίδιος, ο ήχος του δεν ήταν καλός και τα φωνητικά ακούγονταν χαμένα κάπου στο βάθος. Ο ίδιος δε, ξανθός σε βαθμό παρεξήγησης με αλμπίνο, έκανε ότι μπορούσε για να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Χωρίς να είναι κακός, ήταν μάλλον μέτριος, και παρότι κάτι μέσα μου έλεγε ότι δεν είναι τίποτα σχεδόν μέχρι να κάνει το μικρό βηματάκι και να βρεθεί στην άλλη πλευρά όπου όλα είναι φανταστικά και μεγαλειώδη, κάτι άλλο μου έλεγε να φύγω από εκεί και να αναζητήσω την τύχη μου κάπου αλλού.

thee oh sees - plissken

Το αλλού δεν ήταν μακριά κι ούτε δύσκολο να βρεθεί. Σε λίγο θα ξεκινούσαν οι Thee Oh Sees, και σιγά τώρα μην ήταν τίποτε λιγότερο από σαρωτικοί. Τους είχα δει από το ένα μέτρο στο Αν, μια ανάσα από εκεί όπου ο John Dwyer έπαιζε την κιθάρα στο ύψος του στέρνου του και φρόντιζε να δημιουργεί μια μικρή λίμνη με ροχάλες στα πόδια του. Δεν έκανε κάτι διαφορετικό χτες το βράδυ, το μόνο διαφορετικό που είχαν ήταν η σύνθεση του γκρουπ με δύο ντράμερ (που έπαιζαν ακριβώς τα ίδια σαν ντουέτο σε γυμναστικές επιδείξεις, στα πρότυπα των Melvins και των δικών μας Bazooka) κι έναν μπασίστα διαφορετικό – που έπαιζε πάντως το ίδιο μανιασμένα όπως ο προηγούμενος. Garage υψηλών προδιαγραφών και υψηλών οκτανίων, παιγμένο με τέρμα γκάζια και σπασμένα φρένα, σχεδόν δε σε άφηνε να πάρεις αναπνοή παρά μόνο προς το τέλος που έπαιξαν και κάτι πιο μελωδικό με πιάνο και τα συναφή. Επίσης από τις κορυφαίες στιγμές του φεστιβάλ, έμοιαζε σαν μια business as usual εμφάνιση για το γκρουπ που όμως εμπλέκει τόνους ιδρώτα και πάθους (και σάλιου, ας μην ξεχνάμε…) στην όλη διαδικασία.

thee oh sees

Είχε έρθει η ώρα για ένα διάλλειμα ξεκούρασης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τσέκαρα ούτε το Βρετανό ράπερ DELS, ούτε το Φινλανδό τραγουδοποιό Jaakko Eino Kalevi, αλλά περίμενα κατ’ ευθείαν τους βαρείς κι ασήκωτους Electric Wizard. Να πω εξ αρχής ότι δεν «νοιώθω» αυτό που παίζουν, αλλά σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να τους δειγματίσω, αφού δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πάω σε συναυλία τους. Μετά από δύο κομμάτια διαπίστωσα αυτό που ήξερα: δεν την παλεύω guys μ’ αυτά τα πράγματα, αυτά τα μονοκόμματα ριφ που προσπαθούν να πλησιάσουν την κληρονομιά των Black Sabbath αλλά δεν εμπεριέχουν την έννοια της δομής ενός κομματιού που να μπορείς να ακολουθήσεις. Σταματάω εδώ μην εξαγριώσω κάποιους, ας πω ότι δεν είναι my cup of tea, σε όσους άρεσαν καλώς τους άρεσαν, στο κείμενο αυτό καταθέτω μια προσωπική άποψη κι όχι την αντικειμενική αλήθεια…

Είχα καιρό να ρίξω μια ματιά στο τι κάνουν οι δικοί μας Acid Baby Jesus, και ήταν επίσης μιας πρώτης τάξης ευκαιρία στη μικρή σκηνή. Ήταν ανέκαθεν καλοί, μετά από τόσο καιρό βέβαια που παίζουν στο εξωτερικό και με ένα νέο άλμπουμ προ των πυλών (απ’ ότι μαθαίνω) έχουν γίνει σαφώς καλύτεροι και μπορούν να ανταγωνιστούν στα ίσα κάποια ονόματα του εξωτερικού. Πλησίαζαν το φρενιτιώδες garage των Thee Oh Sees κάποιες φορές, άλλες ήταν πιο συνεσταλμένοι και χάνονται σε πιο ψυχεδελικούς δρόμους, όλα όμως ήταν ισορροπημένα και απάρτιζαν ένα μετρημένο και πλήρες ζωντανό σετ. Ήταν ότι έπρεπε για μια τζούρα ροκ μουσικής πριν χαθούμε ξανά στα βαθιά και δροσερά νερά της καλύτερης electronica. 

acid baby jesus

Ο Andy Stott ήταν εκείνος που ξεκίνησε τις εργασίες στην Aquarium σκηνή τη δεύτερη ημέρα και με τον τελειότερο τρόπο. Ήδη έχει πιάσει μια θέση στον καναπέ με τα πιο hot ονόματα του σύγχρονου ηλεκτρονικού ήχου κι έμενε να αποδείξει ότι την έχει κερδίσει επάξια. Μ’ ένα σετ που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θριαμβευτικό, έσπρωξε τον κόσμο να χορέψει ασταμάτητα κάνοντας σαφώς τις τσαχπινιές του, σταματώντας το ρυθμό και ξαναξεκινώντας ως είθισται, χτίζοντας εκ νέου ένα νέο ρυθμικό backdrop «έξυπνης» ηλεκτρονικής μουσικής. Πολύ όμορφα τα visuals πίσω του, με βασικό μοτίβο τη μάσκα από το εξώφυλλο του πρόσφατού του άλμπουμ Faith In Strangers, μέσα από το οποίο προήλθε και η πλειοψηφία των κομματιών που ακούσαμε.

ariel pink - plissken

Η εμφάνιση του Ariel Pink που θα επακολουθούσε ήταν πολυαναμενόμενη μα κατέληξε στο φιάσκο του φεστιβάλ. Τα προβλήματα ήχου που συνάντησε, τόσο στο στήσιμο της σκηνής όσο κι όταν ξεκίνησε, τον εξαγρίωσαν κατά πώς μάθαμε, με αποτέλεσμα να σαμποτάρει ο ίδιος το σετ του. Όταν έπαιξε, τα ονόματα των Frank Zappa και Captain Beefheart πέρασαν από το μυαλό μας με την αναρχική τους σύλληψη περί του τι εστί τραγούδι και πώς οφείλουν να ανταποκρίνονται οι μουσικοί που το παίζουν απέναντί του, μα ένας Θεός ξέρει εάν η ατσούμπαλη ερμηνεία ήταν σκόπιμη ή απλά το προϊόν μιας μέτριας μπάντας. Ίσως δεν θα το μάθουμε ποτέ αυτό, ίσως πάλι να είμαστε τυχεροί (ή άτυχοι, όπως το δει κανείς) να το διαπιστώσουμε σε μια πιθανή έτερη έλευση του τρελοAriel στη χώρα μας.

ariel pink

Όσο συμβαίνουν αυτά, τρέχουμε να προλάβουμε όσο μπορούμε τους λατρεμένους Cult Of Youth. Μια μπάντα που θα χαρακτηριστεί μυθική όταν η σκόνη της μουσικής ιστορίας κατακάτσει και γίνει σοβαρό ταμείο, το κουιντέτο είναι από τις πιο στοιχειωμένες (#diplhs) καταθέσεις στο χώρο του post punk. Αξιόλογη και καθόλου αναβιωτική μα με λόγο ύπαρξης στο σήμερα, το γκρουπ του Sean Ragon εξερευνά τα βάθη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μ’ έναν μαγικά σκοτεινό ήχο, που χαρακτηρίζεται νέο-φολκ ή φολκ-πανκ κατά τη δική μου άποψη. Είναι αληθινά δύσκολο να τους περιγράψω, τα κομμάτια τους είναι σαν ζοφερές δίνες που σε ρουφούν στο χαοτικό τους βάθος, αν και πολλές φορές σκέφτομαι ότι δεν νοιώθω καθόλου down όταν τους ακούω μα παραδόξως αισιόδοξος, σαν ένας ήλιος να ανατέλλει πίσω από τη μουσική τους. Έχουν πια και μια τσελίστρια στη σύνθεσή τους, την Paige Flash με τις μωβ κοτσίδες, κι αυτό μόνο σαν θετική εξέλιξη μπορούμε να το ονομάσουμε για το γκρουπ που γίνεται ολοένα και καλύτερο. Δεν έχω να πω τίποτε άλλο, δεν έχω λόγια, ήταν αριστουργηματικοί, θέλω να τους ξαναδώ το συντομότερο!

cult of youth

Για τους Mogwai δεν θα πω πάρα πολλά. Ξέρω ότι απολαμβάνουν ένα στάτους μιας πάνω-από-το-Θεό μπάντας, μα εγώ θα είμαι ειλικρινής και θα το πω: τους βαριέμαι πια, με τον ίδιο τρόπο που βαριέμαι να ακούσω εν έτει 2015 οτιδήποτε φέρει επάνω του τη βαριά, κλασική, κληρονομημένη από την οικογένεια σφραγίδα του post rock με τις επικές κιθάρες, τα σταμάτα – ξεκίνα, τις επιτηδευμένες εντάσεις και τις ηρεμίες μετά την κιθαριστική καταιγίδα. Τα ακούσαμε και τα τιμήσαμε αυτά υπέρ το δέον στην εποχή τους, σήμερα ακούγονται σαν καρτ ποστάλ από περασμένες δεκαετίες που μας θυμίσουν πόσο καλά είχαμε περάσει τότε, μα έχουν κιτρινίσει πια και τα γράμματα επάνω τους έχουν αρχίσει και ξεφτίζουν από τον ήλιο και το πολυκαιρισμένο μελάνι… Τους είδα λίγο, αλλά δεν. Μάλιστα, έγινε προς το τέλος του σετ τους κι αφού πριν είχα δει ένα ντουέτο απείρως συναρπαστικότερο… 

mogwai - plissken

…που μάλιστα ανάμεσα σε δύο του κομμάτια, ο τραγουδιστής είπε ακούγοντας τον ήχο να έρχεται από την άλλη σκηνή: “what is this shit?”. Όταν του είπαν, απάντησε «υπάρχουν ακόμα;»! Χαχαχα Οι Sleaford Mods είναι φρεσκαδούρα, ένας ήχος που θα τον έλεγες μέχρι και νέο, παρά το γεγονός ότι θυμίζουν διάφορα παλιότερα. Δύο άτομα, για όσους δε γνωρίζουν, ένας που τραγουδάει – φτύνει ακατάπαυστα λέξεις , είναι το σωστό, με μια βαριά βρετανική προφορά ώστε κανείς δεν καταλαβαίνει ποτέ τίποτα, ούτε και οι Βρετανοί πιθανώς – κι ένας που πατάει το play για να ξεκινήσει το επόμενο κομμάτι, κι ενδιάμεσα καπνίζει, πίνει μπύρα, βγάζει και καμιά φωτογραφία το κοινό με το κινητό του που και που να σπάει τη μονοτονία… Μ’ αρέσουν πολύ από τότε που τους ανακάλυψα, ήταν ένα πορωτικό λάιβ, έτσι που έβλεπες τον James Williamson να τα βάζει με όλους και με όλα στιχουργικά και να λέει περισσότερα fuck ανά δευτερόλεπτο από τον οποιονδήποτε! Μηχανικοί ρυθμοί κι υποτυπώδεις συνθέσεις, αφορμές μόνο για να πουν όσα έχουν να πουν και τίποτε παραπάνω. Ζωτικοί για τη μουσική σκηνή της πατρίδας τους αυτή τη στιγμή, πιθανώς και για εμάς που τους ακούμε.

mikal cronin

Ο Mikal Cronin είχε αναλάβει το καθήκον να παίξει στη μία μετά τα μεσάνυχτα, κι ακούγοντάς τον καταλάβαμε πόσο λάθος ήταν αυτή η επιλογή. Κλασικός college rock ο ήχος του, ήταν κομμένος και ραμμένος για απογευματινό slot, ακόμη για την κεντρική σκηνή. Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν κακός, κάθε άλλο. Οι περίφημες ποπ συνθέσεις του σχεδόν (πάρτε το σαν σχήμα λόγου αυτό) έδιωξαν την κούραση από επάνω μας μα θα λειτουργούσαν πολύ καλύτερα σαν ορεκτικό πριν τα όσα θα επακολουθούσαν. Είμαι χαρούμενος πάντως που έστω κι έτσι τον είδα, είναι σπουδαία μορφή σαν συνθέτης και μαζί με τη μπάντα του μετουσίωσαν επαρκέστατα τα όσα όμορφα και ηλιόλουστα μας τραγούδησε, μέσα στο πηχτό σκοτάδι.

whomadewho

Τέλος, είχαμε τους Δανούς Whomadewho που δεν γνώριζα μα είχα την περιέργεια να γνωρίσω. Η eurodisco τους ήταν κομμένη και ραμμένη για την ώρα που εμφανίστηκαν, η εμφάνιση και η μουσική τους θα ταίριαζε γάντι στη Eurovision αν ποτέ η χώρα τους αποφασίσει να στείλει κάτι με μεγαλύτερες αξιώσεις και πιθανότητες επιτυχίας στη διοργάνωση. Ντυμένοι σαν γκαρσόνια στην κεντρική πλατεία της Κοπεγχάγης, δεν μου έλεγαν κάτι που να θέλω να ακούσω κι αποχώρησα, χορτάτος μουσικές και γέλια και κουβέντες με φίλους κι αγκαλιές με ανθρώπους που είχα να δω καιρό και νέες γνωριμίες κι ανταλλαγή απόψεων για όσα περνούσαν μπροστά από τα μάτια και τα αυτιά μας. Από αυτή την άποψη μα και πολλές άλλες, το Plissken Festival κρίνεται όχι μόνο επιτυχημένο, μα και το μοναδικό σήμερα που γίνεται στη χώρα μας και δικαιούται να χρησιμοποιεί τον τίτλο «φεστιβάλ», εφόσον κάποιος θέλει να συγκρίνεται και να μπαίνει στην ίδια λίστα με τα αντίστοιχα του εξωτερικού που φέρουν τον ίδιο τίτλο!

Μάνος Μπούρας

Photos: Μιχάλης Λαζαρίδης