MGMT - Congratulations
1.It's
Working /2.Song for Dan Treacy /3.Someone's Missing /4.Flash Delirium /5.I
Found A Whistle /6.Siberian Breaks /7.Brian Eno /8.Lady Dada's Nightmare
/9.Congratulations
13 April 2010 - Columbia
Τα παγωτά λιώνουν, τα πυροτεχνήματα σκάνε και μετά
χάνονται. Από την άλλη τα εύγευστα γλυκάκια χάνουν την αξία τους όταν τα
υπερκαταναλώσεις. Κάπως έτσι και οι MGMT έχασαν την "αξία" τους, καταναλώθηκαν σε υπέρμετρο βαθμό
και η ξέχειλη εφηβεία τους αντί να αναπαραχθεί προσπάθησε να "πρωτοτυπήσει" ή
να ρισκάρει. Το "Congratulations"
των Αμερικάνων μόνο συγχαρητήρια δεν έχει λάβει έως τώρα, όπως και ελάχιστα
ραδιοφωνικά airplay. Θα
μου πεις βέβαια πως αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Δίκιο έχεις, αλλά για μία
μπάντα που με το ντεμπούτο της και μόνο, κατέκλισε τις μουσικές συχνότητες με
τουλάχιστον τρία hit-άκια
σωσίβιο για τους απανταχού κερδοσκόπους, δισκογραφικές, παραγωγούς κλπ μάλλον
μία τέτοια προσέγγιση είναι σίγουρα αποτυχημένη.
Δεν προσπαθώ να τοποθετήσω σε κανένα βάθρο αξίας το "Oracular Spectacular" και μπροστά από αυτό να
ταπεινώσω το "Congratulations".
Αντιθέτως, και τα δύο είναι τοποθετημένα στην ίδια βαθμίδα επιτυχίας-αποτυχίας
και ποιότητας, παρά μόνο που το δεύτερο δεν χαρακτηρίζεται ούτε από το ελάχιστο
εκείνων που έκαναν το ντεμπούτο τους pop anthem. H
cult
αισθητική και τα low
budget
βίντεο κλιπ έδωσαν την θέση τους σε δήθεν αναδρομή στα 60's, κοινωνικοπολιτικά μηνύματα επιπέδου South Park ("The Japanese are slaughtering thousands of dolphins a year"), έναν John Lennon πασπαλισμένο
με indie
προδιάθεση γκαστρώματος από τον κάθε Wayne Coyne της εποχής, παράδοξους "πειραματισμούς" ("Lady Dada's Nightmare") χωρίς λόγο ύπαρξης και
ολοκληρωτικά χαμένη από τα 43:53 λεπτά η ρυθμική pop. Tο "Song For Dan Treacy" σκέτη pop χαζομάρα, ενώ το ομότιτλο τραγούδι και
το εισαγωγικό "It's Working" σώζουν την κατάσταση - μην
φανταστείς, τρόπος του λέγειν- το μεν δεύτερο με τους αστείους στίχους, το δε
πρώτο με το όμορφο refrain.
Οι MGMT
έριξαν τις διαθέσεις, προσπάθησαν να το παίξουν ακόμα πιο "τρύπιοι" συγκριτικά
με το 2007 και γύρισαν μετά από 3 χρόνια προσπαθώντας να νικήσουν την κατάρα
που ακολουθεί τα δεύτερα άλμπουμ συγκροτημάτων που κάνουν το μπαμ, αλλά δεν τα
κατάφεραν - είπαμε δεν είναι και οι αρκτικές μαϊμούδες- προσφέροντας μας έναν δίσκο με μέτριες
στιγμές μετρημένες στα δάκτυλα του χεριού ενός περιστεριού, που δεν
χαρακτηρίζεται ούτε pop,
ούτε indie,
ούτε psychedelic
rock
(παρόλη την συμμετοχή του Peter
Kember
στην παραγωγή), με ένα άθλιο εξώφυλλο και εν τέλει ανιαρή μουσική.
Και στο κάτω-κάτω αν θέλουμε να ακούσουμε psychedelic rock εν έτη 2010 έχουμε τους Black Angels, όσο για indie pop...ουουουου σφύζουμε από επιλογές (λέμε
τώρα)!
Rating: 4 / 10
Άγγελος Κουκλάκης
MGMT @
Myspace
Rome - Nos Chants Perdus
1. L'Homme
Révolté / 2. Les Deracines / 3. Le Chatiment du Traitre / 4. L'Assassin / 5. Le
Vertige du Vide / 6. Les Exigences de la Foi / 7. La Commune / 8. Sous la Dague
/ 9. Les Isles Noires / 10. Un Adieu à la Folie / 11. La Rose et la Hache / 12.
Chanson de Gestes
14 May 2010 - Trisol
L'homme, il faut
l'aimer. Surtout dans la beauté de la revolte, il faut l'aimer...
Υπάρχει
κάτι το ειρωνικό στο γεγονός ότι καθυστέρησα την κριτική στο νέο άλμπουμ των
Rome εξαιτίας των καλοκαιρινών μου διακοπών και των εξελίξεων σε αυτές. Είναι μάλλον
σύμπτωση, αλλά τα άλμπουμ των Rome γράφονται τον χειμώνα για να κυκλοφορήσουν
το καλοκαίρι, κατά το οποίο οι μελωδίες τους χρωματίζονται πολύ διαφορετικά. Η
θλίψη και η ελπίδα, η απογοήτευση και η προδοσία, ο λυρισμός και η μοναξιά, το
σκοτάδι και το φως τελικά δένουν σε ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό που ξέρουμε ως
Rome.
Ξέρουμε;
Ξέρουμε όντως; Οι Rome αλλάζουν σε κάθε άλμπουμ, εξελίσσουν το ύφος τους,
αλλάζουν το στυλ των μελωδιών και την ενορχήστρωση, το κεντρικό θέμα. Μέσα σε
πολύ λίγα χρόνια έχουν γίνει σχεδόν αγνώριστοι. Σχεδόν, όχι εντελώς, γιατί τα
neofolk στοιχεία είναι ακόμα παρόντα. Γιατί η φωνή του Jérôme αλλάζει ελάχιστα. Γιατί το συναίσθημα
της αποξένωσης από τον περισσότερο κόσμο και οι ενοχές της προδοσίας είναι
ακόμα το νήμα που συνδέει τα τραγούδια τους.
Και τότε
τι έχει αλλάξει; Πολλές αλλαγές μάς κρύβει το άνοιγμα του καλυμμένου με ύφασμα digipack. Οι μέρες της cold meat industry είναι μακριά. Τα drones μπορεί
να χρησιμοποιηθούν σαν ένα όργανο αλλά ποτέ μόνα τους. Το στυλ των Rome έχει μπολιαστεί
με τόσες επιρροές (από Nick
Cave ως Jacques Brel) που επεκτείνει τα όρια του neofolk.
Τα επεκτείνει τόσο που, με λίγο διαφορετική διανομή, αυτό το άλμπουμ θα
μπορούσε - θα άξιζε - να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό, έξω από το χώρο μας. Μη
με παρεξηγήσετε. Δεν σημαίνει ότι είναι εύκολο, ή ότι είναι ρηχό. Αντιθέτως, η
φαντασία στην ενορχήστρωση, η ποικιλία στις μελωδίες, τολμώ να πω ότι το κάνουν
το Nos Chants Perdus το καλύτερο άλμπουμ στον χώρο του εδώ και πολλά χρόνια
(από τότε που ο Douglas P έγραφε ακόμα πρωτότυπη μουσική), και ένα από τα πιο
υπέροχα άλμπουμ της χρονιάς. Ούτε εκπτώσεις στο στίχο γίνανε.
Why are they
always so quick to separate
sex and love
but not church and state?
Για την
ακρίβεια, αυτό είναι και το μόνο σημείο που θα τρόμαζε τον ανυποψίαστο ακροατή.
Ακόμα πιο πολιτικοποιημένος απ' ότι μας έχει συνηθίσει, ο Jérôme μάς τραγουδάει για τους
καταδιωγμένους πολεμιστές της ελευθερίας. Βλέπει την πολιτική μέσα από τα μικρά
συναισθήματα και τις συγκρούσεις και γεμίζει τους στίχους και το βιβλιαράκι με
φράσεις φιλοσόφων. Αν μας δίνει ιστορικές λεπτομέρειες, κρύβονται πίσω από
αόριστα ονόματα και ρόλους στις ιστορίες του. Περισσότερο επικεντρώνεται στα
πάθη, τις δυσκολίες, τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις, στο λυρισμό
αυτής της προσωρινής - και χωρίς ελπίδα - ουτοπίας. Το σκηνικό μεταφέρεται από
τον ισπανικό εμφύλιο του Flowers From Exile στη
Γαλλία, και μαζί αλλάζουν ήπια και τα όργανα που χρησιμοποιούνται. Ακορντεόν,
ξυλόφωνο, ελάχιστα ηλεκτρονικά και μια παραγωγή γεμάτη μαεστρία, σκορπίζουν
ανατριχίλες σε κομμάτια όπως το L'Assassin
ή το Chanson de Gestes. Στο πρώτο
(και πρώτο single) σκέφτομαι τα βήματα του δολοφόνου στο σκοτάδι, την ηχώ
ανάμεσα στα κτήρια, ενώ το δεύτερο δημιουργεί αντιθετικές εικόνες, με
αντιθετικούς στίχους - μου φέρνει στο μυαλό ένα ηλιοβασίλεμα σε μια παραλία
αλλά μετά ο στίχος που επαναλαμβάνεται είναι «Die by the ax». Είναι
δύσκολο να καταλάβουμε πού σταματάει η ειρωνεία αν δεν μιλήσουμε με τους Rome προσωπικά - κάτι πιο δύσκολο τώρα που
ο Jérôme αποσύρθηκε για σύντομο διάστημα, και
ακύρωσε τις συναυλίες τους (λέγεται ότι παντρεύτηκε).
Μην
ανησυχείτε, όμως: υπόσχεται ότι θα επιστρέψει. Ίσως με ρυθμούς πιο ήπιους από
ένα άλμπουμ κάθε χρόνο, αλλά πιθανότατα με ακόμα πιο αισθητή εξέλιξη από το ένα
άλμπουμ στο άλλο.
Freedom
is
a
love
not
tested
in
letting
go, αλλά εγώ πρέπει να σας αφήσω να φύγετε,
χορεύοντας το La
Commune (το πιο χορευτικό κομμάτι στην
ιστορία του συγκροτήματος - αν και εντελώς ακουστικό). For black is the colour and freedom is the word.
Rating: 8,5 / 10
tec-goblin
Rome @ Myspace
The Boy - Κουστουμάκι
01. Αγρίμι /02. Κάποια εποχή /03. Φαίνομαι τόσο
όμορφος /04. Ελλάδα /05. Είμαι αυτός /06. Άσπρες φορεσιές /07. Μάτια κλειστά /08. Νήμα /09. Τσεκούρι /10. Δαγκωματιά /11. Κουστουμάκι
24 April 2010 - Inner Ear
Υπάρχουν μουσικοί που
καταφέρνουν να έχουν πολλές ιδιότητες: Να είναι συνθετικά άρτιοι με μελωδίες
που μαγνητίζουν. Να είναι πειραματιστές με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς παρά να
τους χαρακτηρίσεις ιδιοφυίες. Στιχουργικά να καταφέρνουν να αποτυπώσουν το
πνεύμα των καιρών με την ιδιότητα του ποιητή (την οποία οι ποιητές έχουν
θεσμικά χάσει την σήμερον ημέρα), αυτού που αναπόφευκτα κάνει την σύγκριση
ανάμεσα στον υπαρκτό κόσμο και έναν κόσμο που θα μπορούσε να υπάρχει, δίνοντας παράλληλα και
έναν "πιλότο" για την μετάβαση σ' αυτόν. Και πλάι σ' όλα αυτά να
διαλύουν την εικόνα τους αφήνοντας ένα εύπλαστο έργο τέχνης στον κόσμο να το
διαχειριστεί όπως νομίζει αυτός.
Ο Boy δεν είναι απολύτως
τίποτα απ' αυτά.
Όταν μια μέρα φτάσω
(ελπίζω) γύρω στα 50 είμαι σιγουρος ότι θα βρεθεί πιτσιρικάς να με ρωτήσει για
την απόλυτη underground μπάντα της εποχής μου, τους Mary and the Boy. Και θα βγάλω σπυράκια. Διότι πέρα από την
μουσική τους αξία (η οποία περιορίζεται στο ομολογουμένως εκπληκτικό demo τους και μόνο)
υπήρξαν μάλλον ένα hype, ένα φαινόμενο που συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από τον περίγυρό τους και
τις δημόσιες σχέσεις. Τουλάχιστον όμως, οι Mary and the Boy κατάφεραν να χειριστούν αυτή την κουλτούρα και αν
μη τι άλλο να παρουσιάζουν κάποιο περισσότερο ενδιαφέρον από τίποτα My Wet Calvin και Callas.
Ο Boy χωρίς την Μαιρούλα
είναι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό κατάλοιπο αυτής της εισβολής της Βερολινέζικης
και Λονδρέζικης κουλτούρας στην Αθήνα που - όπως οι όμοιοί του - παρουσιάζει
μια εκπληκτική ικανότητα να δημιουργεί πρωτότυπα κλισέ. Το "Κουστουμάκι" είναι
μια αγοραία απόπειρα κοινωνικής κριτικής σε μια εποχή που βράζει. Ωστόσο, για
την ναρκωμένη κοινωνική ομάδα των εναλλακτικών καλλιτεχνών από την οποία
προέρχεται αποτελεί σχεδόν κάλεσμα στα όπλα. Και γιατί το βάζουμε σ' αυτή την
πολιτική βάση; Διαβάστε το δελτίο τύπου...
Αυτή η στιχουργική "φτήνια"
σαφώς και δεν είναι ασύνδετη με το καθαρό "καλλιτεχνικό" μέρος του δίσκου (αν
θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάτι τέτοιο - όχι στον boy, γενικότερα). Μπορεί μια καλλιτεχνική απόπειρα
που καταγράφει κριτικά την πολιτισμική συντριβή της Αθήνας από την δικτατορία
των '00ς στον πολιτικό χώρο και την συνακόλουθη κυριαρχία των μαζικών
αποξενωτικών δομών στο πεδίο της κουλτούρας να μας δίνει μια απατηλή θερμή
αίσθηση, αλλά αυτό οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι είναι η πρώτη τέτοια απόπειρα
της εποχής. Η μουσική αξία του εγχειρήματος θολώνεται αφ' ενός απ' αυτό και αφ'
ετέρου απο την επίσης πρωτότυπη κίνηση να ενσωματωθεί ελληνικός στίχος σε ευρωπαϊκούς
νεοϊστικούς ήχους - κίνηση που πλέον γίνεται εκ του ασφαλούς αφού η
σημασιοδότησή της έχει αλλάξει και αντιμετωπίζεται ως γενικευμένη πολιτισμική
οικειοποίηση. Κοινώς, δεν θα το δούμε σε καμιά κατηγορία "Έντεχνο" πλάι στην
Τάνια Τσανακλίδου. Θα το δούμε στο "Experimental" όπου "η ενορχήστρωση αποτελείται από πιάνο, μπητ
και στίχους στα ελληνικά", πράγμα ευτυχές, καθώς πρέπει επιτέλους να πέσει αυτό
το μουσικό απαρτχάιντ του ελληνικού τραγουδιού και του "ε, για ελληνικό είναι
φοβερό" μπας και σταματήσουμε να αποθεώνουμε (εθνικιστικά σχεδόν) μετριότατα
εγχειρήματα.
Το "Κουστουμάκι" δεν είναι το ρηξικέλευθο έργο
τέχνης όπως πιθανότατα να του καταλογιστεί από μερίδα του μουσικού τύπου. Είναι
ένα αξιοπρεπές άλμπουμ με πρωτότυπα στοιχεία τα οποία η έντονη προσπάθειά του
να τα ανακηρύξει πρωτοπορία τα μετατρέπει σε κλισέ. Είναι καταναγκαστικά
διαφορετικό, αλλαζονικό. Αποκτά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον μόνο για όσους έχουν
βιώσει τον φορμαλισμό της εναλλακτικής κουλτούρας, καθώς δεν επιδιώκει αυτή την
αναγκαστική διαφορετικότητα μέσα από την μανιέρα προσβολής στα χρηστά ήθη (που
ούτως ή άλλως έχουν σχεδόν εξουδετερωθεί και καλά ξεκουμπίδια) αλλά από μια
έκφραση ασφυξίας για την φτώχεια που διέπει τους κύκλους και τις πρακτικές της
μοντέρνας τέχνης. Ενδέχεται να εγκαινιάζει μια νέα καλλιτεχνική εποχή. Αλλά δεν
είναι κανονιά, είναι πυροτέχνημα.
Rating: 7 / 10
Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου
the boy @ myspace
Alien Sex Fiend - Death Trip
Erazerdrone / Land of the Living Dead / One Way Ticket / The Hills Have
Eyes / B.B.F.C. / Intensify the Treatment / Dance of the Dead / Voodoo / Beyond
a Psychic Evil / Oops! Wrong Planet
May 2010 - 13th Moon
Με το άκουσμα του
ονόματος Alien Sex Fiend,
στους περισσότερους έρχεται στο μυαλό η zombie φιγούρα του Nik Fiend, frontman του
συγκροτήματος, και μερικά μόνο κομμάτια με κύριο το "Now I'm Feeling
Zombiefied". Θα πει κανείς τι δουλειά έχουμε να ασχολούμαστε με αυτούς σήμερα.
Λοιπόν, οι Alien Sex Fiend
μόλις κυκλοφόρησαν το νέο τους δωδέκατο άλμπουμ "Death Trip" και είπαμε να τους
ρίξουμε μια ματιά. Συν το ότι τελευταία έχουμε φαει και ένα κολληματάκι με την
πάρτι τους.
Οι Alien Sex Fiend
αποτελούν μια ιδιαίτερη περίπτωση συγκροτήματος. Από το ξεκίνημα τους το 1982 στο
Λονδίνο, όπου έπαιξαν την πρώτη τους συναυλία στο περιβόητο κλαμπ Batcave στο
Soho, ξεχώρισαν στην
μετέπειτα επονομαζόμενη gothic σκηνή, αλλά και παραπέρα με τον dark electronic, industrial, punk ήχο τους. Κατάφεραν
να καταπιαστούν με πολλά είδη, από alternative, darkwave,
death rock, electro, punk, experimental, goth,
horror, industrial, psychobilly, με μίξη από samples, trippy loops, σκληρές κιθάρες και
μανιακά φωνητικά. Πάντα στο πνεύμα του DIY αισθητικής, παρέμειναν ένα underground σχήμα που έμεινε μακριά από την διαφθορά της μουσικής
βιομηχανίας, διατηρώντας μια ελευθερία έκφρασης αγνή πλέον για τις μέρες μας.
Με μια μικρή αναδρομή στην δισκογραφία τους θα βρεθούμε
μπροστά στις άγριες εποχές του "Who's Been Sleeping in My Brain?"
(1983), τους πρώτους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς "Acid Bath" (1984), "Maximum Security"
(1985), τις αλλοπρόσαλλες electro shock horror στιγμές των "It - The Album"
(1986), "Here Cum Germs"
(1987), "Another Planet"
(1988), "Curse" (1990), "Open Head Surgery" (1992), στο πολύ καλό διαστημικό "Inferno" (1994), την
ανανεωμένη επιστροφή με το υπνωτικό και trippy "Nocturnal Emissions" (1997) και το
συνοθύλευμα όλων αυτών στο "Information Overload" (2004).
Στο νέο δίσκο λοιπόν, "Death Trip", βρίσκουμε όλα τα
στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω. Δεν κάνουν καμία καινοτομία εδώ όπως έκαναν
με στα "Inferno"
και "Nocturnal Emissions"
αλλά τουλάχιστον έφτιαξαν ένα καλοζυγισμένο άλμπουμ. Μέσα στις δέκα συνθέσεις του
μπορεί κάποιος θα βρει μια ποικιλία τραγουδιών. Από το classic album track "Land of the Living Dead" που ξεχωρίζει, τα "Intensify the Treatment", "Dance of the Dead" με τους δυνατούς
ρυθμούς, στα punky "One Way Ticket"
και "B.B.F.C. (Bastard Bastard Fuckin Cunt)",
έως τα πιο μυστηριακά "The Hills Have Eyes",
"Voodoo" και
"Beyond a Psychic Evil".
Κλείσιμο γίνετε με κλασικό Fiend
τρόπο με το "Oops!
Wrong Planet" με τις
απαραίτητες δώσεις χιούμορ. Αποτελούμενοι εδώ και χρόνια μόνο από τους Nik Fiend και
την σύζυγο του Mrs. Fiend οι
Alien Sex Fiend δείχνουν
αμετανόητοι, ρομαντικοί, πεισματάρηδες ακολουθώντας μια δική τους πορεία δημιουργώντας
μουσικές με σφραγίδα τα φωνητικά του πρώτου και τα keyboards, effects της δεύτερης. Σε καθήκοντα
κιθαρίστα βρίσκουμε πάλι τον Gonzo, γνώριμος στις τελευταίες τους δουλειές.
Πάντως, με τον καλύτερο τρόπο ξεκίνησαν τις συναυλίες προώθησης του δίσκου με
την εμφάνιση τους στο φετινό Wave Gotik Treffen
στην Λειψία, όπου απροσδόκητα έκλεψαν τις εντυπώσεις! Τουλάχιστον έτσι μας λένε
οι πρώτες πληροφορίες. Η βαθμολογία που του δίνω πιστεύω ταιριάζει και με την
ψυχοσύνθεση των Fiend...
Τουλάχιστον δίνουν μια αίσθηση του original... οπότε love it or drop it...
Rating: 6,66 / 10
Νίκος Δρίβας
Alien Sex Fiend @
myspace
Disappears - Lux
1. Gone Completely / 2.
Magics / 3. Pearly Gates / 4. Marigold / 5. Not Nothing / 6. Lux / 7. Old
Friend / 8. Little Ghost / 9. New Cross / 10. No Other
12 April 2010 - Kranky
Ακούγοντας για πρώτη φορά το Lux των Disappears,
μην γνωρίζοντας κάτι για αυτούς, μου ήρθαν στο μυαλό δύο πράγματα. Το ένα έχει
να κάνει με μία δήλωση του ηγέτη των Coliseum
Ryan Patterson
και το άλλο με τους Misfits. Όσον αφορά τον πρώτο, είχε
δηλώσει την δυσφορία του για ερωτήσεις από διαφόρους, όσον αφορά για το τι
πετάλι χρησιμοποιεί και γενικότερα για τον εξοπλισμό του γκρουπ. Δεν μου
επιτρέπεται να γράψω τι δήλωσε, αλλά τους έβαλε χοντρό χέρι. Ενώ για τους Misfits, θυμάμαι ότι είναι
ένα συγκρότημα με γενικότερα άθλιες παραγωγές. Προσωπικά όμως θα με χαλούσε
πολύ να τους άκουγα με «γυαλισμένες» παραγωγές. Ας τις αφήσουμε αυτές για τα indie γκρουπς...
Οι Disappears
είναι ένα τετραμελές συγκρότημα από το Σικάγο που ενώ είχε κανονίσει να
κυκλοφορήσει το άλμπουμ του από την τεράστια Touch & Go,
τελικά η διάλυση της τελευταίας τους πρόλαβε και έτσι κατέληξαν στους
συντοπίτες τους της Kranky,
μιας εταιρείας που δεν συνάδει με τον ήχο των Disappears,
αλλά συνάδει με την ιδιοσυγκρασία του γκρουπ. Μπορεί το Lux να
είναι η πρώτη τους δουλειά, αλλά στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, τα μέλη
των Disappears, εμπλέκονταν σε διάφορα άλλα projects, ενώ με την σύσταση του
συγκροτήματος, πρόλαβαν να ανοίξουν κάποιες συναυλίες των Tortoise
και των Jesus Lizard.
Το άλμπουμ ανοίγει με το Gone Completely
και τα πρώτα συμπεράσματα βγαίνουν... Παραμόρφωση όσο δεν πάει άλλο στις κιθάρες,
βαρύ τρέμολο, delay και
φωνητικά που νομίζεις ότι ο Brian Case αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε Lou Reed και
Thurston Moore.
Μια χαρά μέχρι εδώ, αλλά πόσες φορές την έχουμε πατήσει με το πρώτο κομμάτι σε
ένα άλμπουμ;
Μπαίνει το Magics.
Καλώς τους Kyuss αναφωνώ!!! Οι εκπλήξεις
συνεχίζονται από τους Disappears... Το mid tempo που επικρατεί φέρνει στο μυαλό, εκτός από Kyuss και τους Velvet Underground, αλλά εμένα γιατί μου έχει κολλήσει στο μυαλό ο Iggy Pop του '77
και πιο συγκεκριμένα του Lust For Life;
Σκέφτεστε και εσείς την garage σκηνή έτσι; Μέσα είστε. Πάνω απ' όλα το Lux είναι
ένα ροκ άλμπουμ, με ότι προεκτάσεις μπορεί να έχει. Και αυτές οι προεκτάσεις
είναι από kraut rock σε gospel και από garage σε punk.
Το κουαρτέτο δείχνει τόσο δεμένο και συμπαγές, που σου δίνεται η εντύπωση ότι
είναι μαζί για χρόνια και μάλιστα στην πιο ώριμη ηλικία τους. Από φωτογραφίες
τους φαίνονται 35άρηδες με 40άρηδες και μάλιστα κατασταλαγμένοι σε αυτό που
πρεσβεύουν δίχως να επηρεάζονται από τις εύκολες λύσεις της indie σκηνής, αλλά αντιστέκονται, με ένα
αντιεμπορικό εξώφυλλο, με μία παραγωγή που ενοχλεί τα ευαίσθητα αυτάκια, με
φωνητικά που δεν πετάνε κορώνες, ούτε έχουν βάθος, αλλά κυκλοφορούν ένα άλμπουμ
για να το τρίψουν στη μούρη της ψεύτικης ροκ σκηνής που μας σερβίρετε
καθημερινά από παντού, ως το πραγματικό πρόσωπο της σκηνής. Ευτυχώς που
υπάρχουν παρέες σαν και αυτές των Disappears. Ας αφήσουμε
τους υπόλοιπους να ακούνε «rock
bands».
Υ.Γ. Λέτε να μας κάνει την χάρη η Kranky και να βγάλει για
περιοδεία μάζι Deerhunter και Disappears;
Νίκος Τσίνος
Disappears @
Myspace
The National - High Violet
1. Terrible Love / 2. Sorrow / 3. Anyone's Ghost / 4. Little Faith / 5. Afraid of Everyone / 6. Bloodbuzz Ohio / 7. Lemonworld / 8. Runaway / 9. Conversation 16/ 10. England / 11. Vanderlyle Crybaby Geeks
10 May 2010 - 4AD records
Μπορεί οι National να μην υπήρξαν ποτέ μεγάλο συγκρότημα, αλλά κανείς δε μπορεί
να τους καταλογίσει έλλειψη διάθεσης ή προσπάθειας προκειμένου να γίνουν.
Ξεκίνησαν νωθρά, αναζητώντας τον ήχο τους στις παρυφές ειδών σταθερά
ευχάριστων, κάθε άλλο, όμως, παρά ανεξερεύνητων, με αποτέλεσμα ακόμα και οι
ίδιοι να αναφέρονται στους δύο πρώτους δίσκους τους απλά με νοσταλγία. Με το "Alligator" του 2005
υπαινίχθηκαν ότι διέθεταν περισσότερο ταλέντο απ' όσο αρχικά τους φαινόταν,
πράγμα που ήρθαν να επιβεβαιώσουν με το "Boxer", καλύπτοντας παραπάνω από αξιοπρεπώς την απόσταση μεταξύ Tindersticks
και Interpol, την
ίδια χρονιά που οι τελευταίοι έστηναν στυλιζαρισμένες τραγωδίες για την
αλλοτρίωση του εγώ μέσα στην παρτούζα, αποτυγχάνοντας εντέλει να αναδειχθούν
στην πραγματικά σπουδαία μπάντα που η δεκαετία ζητούσε εναγωνίως. Τώρα, με το "High Violet", φαίνεται πως ήρθε η
ώρα να κάνουν το άνοιγμα στα μεγάλα ακροατήρια που πάντα ονειρεύονταν, όπως
άλλωστε και κάθε συγκρότημα που σέβεται τον εαυτό του...
Συνεπείς ως προς το να εμφανίζονται ωριμότεροι σε κάθε νέα
τους κυκλοφορία, παρουσιάζουν ένα σύνολο τραγουδιών που για πρώτη φορά δε
διατρανώνει τις επιρροές τους- αναμφίβολα το βασικό σημείο υπεροχής σε σχέση με
τις προηγούμενες καταθέσεις τους. Οι μελωδίες μοιάζουν περισσότερο δουλεμένες
από ποτέ και το κλίμα του "High Violet"
καταλήγει να μορφοποιείται από μια αιωρούμενη pop διάθεση,
μιας και συνειδητά πλέον επενδύουν στην εξωστρέφεια. Αυτό γίνεται πρόδηλο ήδη
από το εναρκτήριο "Terrible Love",
που ξεγελάει μπαίνοντας υποτονικά, για να χαρίσει από νωρίς το πρώτο ξέσπασμα
του άλμπουμ, προϊδεάζοντας για τη συνέχεια. Το "Sorrow" δε συντηρεί το έκδηλα βαρύ ύφος
του τίτλου του, καθώς στην ουσία συνιστά μια ωδή στο μαζοχισμό («Cover me in rag and bones, sympathy/ cause I don't wanna get over you»), ενώ το "Anyone's Ghost" θ' αποτελούσε το
ιδανικό pop single ενός οποιοδήποτε σύγχρονου indie rock δίσκου. Οι ερμηνείες
ακολουθούν την αλλαγή πλεύσης προς έναν πιο άμεσο ήχο, έχοντας μάλιστα
καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή του, αμβλύνοντας τα σημεία που τείνουν να
κινηθούν σε αυστηρότερα πλαίσια, όπως για παράδειγμα στο editorικής φόρμας κουπλέ του "Conversation 16"- παραμένει
πάντως δύσκολο να αφήσει κάποιον αδιάφορο η άκρως γοητευτική χροιά του Matt Berninger.
Αναφορικά με τους στίχους του τελευταίου, αυτοί ήταν
ανέκαθεν ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα των National. Δεν επιχείρησαν ποτέ να συνοψίσουν την «ανθρώπινη
κατάσταση» σε μεγαλόσχημες φούσκες τύπου: «Blood runs into our veins, that's where all similarity is». Αντίθετα, προσέγγιζαν με
διακριτικότητα την καθημερινή αγωνία, μέσα από προσωπικές -ή μη- εξομολογήσεις
και παρόλο που δεν απέφευγαν πάντα τα κλισέ, κατόρθωναν σε στιγμές γνήσιας
έμπνευσης να συμπυκνώσουν με αφοπλιστική απλότητα το άθροισμα μιας κρυμμένης
ζωής («Can you hear the sound of your life through the walls?»).
Στο "High Violet"
αυτό δεν αλλάζει: ο έρωτας, η μοναξιά, οι οικονομικές δυσκολίες, οι ανασφάλειες
της πατρότητας συνθέτουν τα βιώματα του Matt Berninger και αυτά περιγράφει με ειλικρίνεια και ενίοτε σε τόνους
αυτοσαρκαστικούς σα μικρές προσπάθειες εξιλέωσης- ενδεχομένως και πιο αβίαστα
τώρα που έχει εξαλείψει τις όποιες ανάγκες του να το παίξει βασανισμένος και cool.
Αυτή τη λεπτότητα, όμως, φαίνεται να υπονομεύει η
προαναφερθείσα στροφή στην εξωστρέφεια, στο όνομα μιας κάθαρσης που θεώρησαν
ότι χρωστούσαν ως αντίβαρο στη συσσωρευμένη ένταση του "Boxer". Ακόμα και οι πιο λιτές συνθέσεις
του άλμπουμ (με εξαίρεση το "Runaway",
από τα καλύτερα του συγκροτήματος γενικά) εντάσσονται απόλυτα στο γενικότερο
κλίμα κι ενώ παραμένουν ωραία τραγούδια ξεφεύγουν απ' ότι κατόρθωσε να τους κάνει
έστω και για λίγο ουσιαστικούς: να δημιουργούν συναισθήματα οικειότητας
ξεδιπλώνοντας τη διακριτική τους μελαγχολία ταυτόχρονα με ατμόσφαιρες υπόγεια
αγχωτικές, χτισμένες πάνω σε ρυθμούς εξαντλητικούς, σχεδόν κλειστοφοβικούς. Όσο
για το "Vanderlylle Crybaby Geeks",
με το επαναληπτικό, κατά βάθος επικό ρεφραίν που μπαίνει στους τρεις πρώτους
στίχους και διαρκεί σχεδόν όσο ολόκληρο το κομμάτι, είναι στην κρίση του
καθενός το αν θα το θεωρήσει καθαρτικό κλείσιμο άλμπουμ ή απλά παρωχημένο.
Όπως και να χει, κέρδισαν και πάλι την αποδοχή των κριτικών, τα venues έγιναν μεγαλύτερα, ο Carlos D. πήρε το διαβόητο μουστάκι του κι έφυγε: όλα λοιπόν μοιάζουν ευοίωνα
για τους National κι ας μη
φέρει το "High Violet" το
συναισθηματικό βάρος του "Boxer" που θα έκανε κάποιον να ανατρέξει με ευκολία σ' αυτό μετά από καιρό.
Το βέβαιο είναι ότι έχουν πράγματα να πουν και παρόλο που είναι αμφίβολο ότι οι
anthemικές
απολήξεις- φανερές ή λανθάνουσες- των νέων τραγουδιών τους είναι ο κατάλληλος
τρόπος, για να τα μεταδώσουν, ο Matt Berninger δε δίνει το δικαίωμα να
αμφισβητηθούν οι προθέσεις τους: «We wanted to make a really fun record». Και αυτό σίγουρα το κατάφεραν.
Rating: 7,5 / 10
Παναγιώτης Πουλάκης
The National @
myspace
StrangeZero - Newborn Butterflies
1. Ikebana /2.Different Feelings /3.Mature Audience
/4.Possible Future /5.Newborn Butterflies /6.Inoki Aselgy /7.Ambi & Nation
/8.Mirteaux /9.Psylence /10.Melting Pill /11.Gruds on Daci /12.Epaf /13.All Of
Us (outro)
5 March 2010 - Self release
"Caution: This text was meant to be slightly
different"
Τι κάνεις όταν έρχεται το μικρό σου αδερφάκι και σου
λέει: "Μαλάκα άκου αυτό τύπο τα σπάει..."; Αυτό που ακούς δεν είναι στα γούστα
σου, hip-hop εν γένει, κάτι από ψυχεδελική reggae να το πω, δεν ξέρω! Δεν αναφέρω τον
καλλιτέχνη μιας και μικρή σχέση έχει με τον σκοπό του συγκεκριμένου κειμένου,
αλλά σημασία έχει πως... ναι το είχα πάρει πρέφα πως οι Justice το 2007 με τον δίσκο τους
"†" έφεραν τα πάνω κάτω, κάτι που έκαναν κατά την γνώμη μου και οι Crystal Castles το 2008 με το εκλεκτικό
ντεμπούτο τους, ο Burial και
οι καλλιτέχνες της dubstep
σκηνής
με τον πρωτοποριακό ήχο τους. Όταν όμως συνειδητοποιείς πως το "πράγμα"
κινείται, αλλάζει, μεταμορφώνεται ακόμα και στο συμπαγές ιδίωμα της hip-hop και μάλιστα σε δύο κατευθύνσεις
συγκλονίζεσαι.
Όπως και να ‘χει τελικά, χωρίς να είμαι ο κατάλληλος για
μία τέτοια ανάλυση και κουβέντα περνάω απ' ευθείας στις μειονότητες.
Strange Zero
Μειονότητες(=zero) οι οποίες όμως όταν χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητα και
κάτι το περίεργο(=strange)
αποκτούν ταυτότητα. Έτσι μας είχαν συστηθεί το 2003 (αν και ενεργοί από το
1990) οι StrangeZero.
Αγαπημένοι των postwavers,
λάτρεις και δημιουργοί των visual
συντρόφων των τραγουδιών τους, συνεπείς αλλά και πειραματικοί, με αξιοσημείωτη
αισθητική και καλλιτεχνική άποψη κυκλοφορούν μόνοι τους -όπως πάντα συνηθίζουν-
το πέμπτο άλμπουμ τους, το οποίο προσφέρεται κι αυτό δωρεάν σε digital μορφή (link στο τέλος του κειμένου). Κάτω από την μοναδική δική τους στέγη και ελεύθεροι να
εκφραστούν ακριβώς όπως θέλουν, ξαναδημιουργούν τις πεταλούδες των... ενήλικων
πλέον ονείρων μας.
"Newborn Butterflies"
Για να δημιουργηθούν οι πεταλούδες και ύστερα να
πετάξουν, το σπίτι τους, η ίδια η φύση πρέπει να τις δεχτεί. Η "Ikebana", η αρμονία των λουλουδιών
και των χρωμάτων τους δίνει το πράσινο φώς στην δημιουργία αυτή. Έτσι ακριβώς
λειτουργεί και το ομώνυμο εισαγωγικό τραγούδι του δίσκου. Απαλή μελωδία στα
πλήκτρα που σε παραπέμπει στην αναζήτηση του ελιξίριου της ζωής, όπως το
αντιλήφθηκε ο Darren
Aronofsky στο
"Fountain" και
σε βάζει πλήρως στο 70λεπτο ταξίδι που ακολουθεί. Downtempo, Dark Ambient, beats βουτηγμένα στο μπάσο της dubstep ["Newborn Butterflies", "Ambi & Nation"] και η τσιτωμένη ηρεμία του Biosphere ["All of Us"]
συνδυασμένη με τις πιο σκοτεινές τρικυμίες του ανθρώπινου νου σε σύγχυση ["Melting Pill"]. Το "Psylence" ποντάρω πως θα το
λατρέψουν οι "κάφροι", οι fans
των
FSOL θα
βρουν την υγειά τους, ενώ το "Possible
Future"
ένα από τα πιο δυνατά τραγούδια, ως προς την ατμόσφαιρα που δημιουργεί, σε
βάζει ξανά στον "Κύκλο των χαμένων ποιητών" γιατί:
"We don't read and write
poetry because it's cute. We read and write poetry because we are members of
the human race. And the human race is filled with passion." -Robin Williams-
Εν γένει οι StrangeZero που γνωρίζουμε. Με βελτιωμένη παραγωγή (νομίζω)
προσφέρουν ένα δίσκο που χαρακτηρίζεται δυνατός, με την προσωπική αμαρτία του
καθενός να κρύβεται σε αυτόν (όχι ότι ενδιαφέρει κανέναν, αλλά δική μου τα αργά
σημεία με τα ρυθμικά μπάσα). Τα spacey
πλήκτρα προσθέτουν το ιδιαίτερο στοιχείο που κάνουν τους StrangeZero και τις δημιουργίες τους να σε ρουφάνε. Και αν
τελικά οι πεταλούδες ξαναγεννήθηκαν μέσα σε αυτόν εδώ τον δίσκο, σίγουρα δεν
έγινε μπροστά σου, αποκοιμήσου και θα καταλάβεις.
Rating: 7,3 / 10
Άγγελος Κουκλάκης
StrangeZero @
Myspace
DOWNLOAD FOR FREE FULL ALBUM HERE
The Dead Weather - Sea Of Cowards
1. Blue Blood Blues / 2. Hustle and Cuss / 3. The
Difference Between Us / 4. I'm Mad / 5. Die by the Drop / 6. I Can't Hear You /
7. Gasoline / 8. No Horse / 9. Looking at the Invisible Man / 10. Jawbreaker / 11.
Old Mary
11 May 2010 - Third Man
Νάτος
πάλι! Δεν πρόλαβαν να περάσουν ούτε 10 μήνες από το "Horehound"
και κυκλοφορεί νέο album με το τρίτο του
συγκρότημα, τους Dead Weather! Ναι, για τον δαιμόνιο Jack White μιλάω. Μα για
μια στιγμή... Οι Dead Weather δεν είναι supergroup; Είναι απλά ένα ακόμα project
του Jack White; Αφού συμμετέχει η Alison Mosshart των Kills, o Dean Ferita των
Queens of The Stone Age και ο Jack Lawrence των Raconteurs και των Greenhornes!
Σωστά, οι Dead Weather είναι supergoup. Με
αφεντικό, όμως! Παρόλο που σε αυτό το συγκρότημα έδειξε, αρχικά, πως ίσως να
μην έχει πρωταγωνιστικό ρόλο επιλέγοντας να παίζει ... drums
(απωθημένο
ή απλά πείραμα;), το αφεντικό είναι ο Jack White.
Αν και όλα τα μέλη του group συμμετέχουν στις
συνθέσεις, αυτός που τελικά δίνει χαρακτήρα στο συνολικό αποτέλεσμα είναι ο White,
κάτι που είναι ορατό και στο "Sea of
Cowards". Όπως όλες οι δουλειές των White
Stripes και των Raconteurs,
και οι δίσκοι των Dead Weather
κυκλοφορούν
από την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Third
Man (που ανήκει στον White
φυσικά!).
Το
"Sea of Cowards"
είναι γεμάτο από εναλλαγές ρυθμού και σκληρές μελωδίες που εντυπώνονται στο
μυαλό. Οι διαφορετικές φωνές του White και της Mosshart
παιχνιδίζουν και κοντράρονται. To blues
μπλέκεται
με το punk, το garage και την ψυχεδέλεια. Τα
πλήκτρα και τα κοφτερά riffs προσφέρουν κολλητικές
στιγμές, ακόμα σε σημεία που αρχικά μοιάζουν μονότονα. Ωστόσο, δεν λείπουν και στιγμές,
αλλού μικρές και αλλού μεγάλες, που είναι μάλλον αδιάφορες και απλά συμπληρώνουν
την όχι και τόσο μεγάλη διάρκεια του album. Το "Sea
of Cowards" είναι γεμάτο από διάσπαρτα
εκρηκτικά σημεία δίνοντας τελικά σαν αποτέλεσμα μια δουλειά δυνατή, αλήτικη και
σκοτεινή. Είναι ένας δίσκος καθαρού αμερικάνικου rocκ
χωρίς ρομαντικά στιχάκια που, όμως, ήδη από τα πρώτα ακούσματα μοιάζει με ένα puzzle
που του λείπουν κομμάτια. Μοιάζει να μην έχει μια ξεκάθαρη συνοχή.
Με το "Horehound" οι Dead Weather κατάφεραν να κάνουν μια πολύ καλή δουλειά, χωρίς όμως να καταφέρουν να
ξεπεράσουν τα δύο άλλα group του White, τους Raconteurs και τους White Stripes. Με το "Sea of Cowards", το δεύτερο
άλμπουμ τους (που κυκλοφόρησε εντυπωσιακά σύντομα), παραμένουν σε υψηλό επίπεδο,
εξακολουθούν όμως να είναι το χειρότερο group που έχει σχηματίσει ο Jack White. Και οι δύο κυκλοφορίες τους μοιάζουν βιαστικές, με αποτέλεσμα οι Dead Weather να δείχνουν ότι είναι μεν ένα πολύ καλό και δυνατό group, αλλά μάλλον αποτελούν απλά ένα διάλειμμα... Ο ίδιος
ο Jack White, με τις δουλειές του, έχει ανεβάσει τον πήχη των
προσδοκιών μας πολύ ψηλά. Κανείς δεν αμφιβάλει ότι είναι δημιουργικός και απίστευτα
παραγωγικός, όμως, με τους Dead Weather ναι μεν έχει κρατήσει ψηλά το επίπεδο της δημιουργίας, αλλά όχι τόσο
ψηλά όσο μας έχει συνηθίσει (και μάλλον κακομάθει).
Rating: 7,2 / 10
Βαγγέλης Τόμπρας
The Dead Weather @
Myspace
Noisuf-X - Excessive Exposure
1. All Systems Go! \ 2. Deutschland braucht Bewegung \
3. Please Hang Up \ 4. Aggrophil \ 5. Excessive Exposure \ 6. I Am Watching You
\ 7. Hans Dampf \ 8. White Noise \ 9. Fucking Invective \ 10. RAPture [Holy
Shit Mix] \ 11. Beatz & Bass [Blast In Your Face] \ 12. Effeccctt \ 13.
Fire [C=64 Tribute] \ 14. Shut [The Hell] Up . Excessive Extension: 1. Jaws [feat. Johan van Roy] \ 2.
Creep [feat. Peter Spilles] \ 3 Revelation 9:6 \ 4. Industrial Revolution
1 April 2010 - Pronoize
Οι djs πίνουν νερό στο όνομά τους. Οι θαμώνες των industrial parties φτάνουν να χορεύουν κομμάτια τους
μέχρι και 5 φορές σε μια βραδιά. Καιρός δεν είναι να ασχοληθούμε κι εμείς στο Postwave;
Γιατί ο Noisuf-X, side-project του X-Fusion, ξαναχτύπησε, και επιβεβαιώνει με
ευκολία τον τίτλο του ως το καλύτερο χορευτικό συγκρότημα που υπάρχει αυτή τη
στιγμή στο χώρο του industrial.
Η παραγωγή φτάνει σε νέα επίπεδα: τα κομμάτια κουνάνε το σώμα με ένα σωρό
τρόπους είτε τα ακούτε με καλά ηχεία, είτε με ακουστικά στο δρόμο, είτε σε
κλαμπ. Το φάσμα των συχνοτήτων είναι όμορφα γεμάτο. Ακόμα και χαζοσαμπλάκια, όπως
το "Shit, fuck, bitch, suck it quick" του Fucking
Invective, περνάνε από τόσο στρατηγικά εφέ
(αποφεύγω εδώ να σας βομβαρδίσω με τεχνικές λεπτομέρειες), που τον κάνουν να
ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο χώρο. Δεν είναι τυχαίο που τα στούντιο που έχουν με
τον Van Roy των Suicide Commando είναι πίσω από την παραγωγή πολλών
νέων κυκλοφοριών. <Να μην πω τι> πιάνει, και μάλαμα το κάνει!
Ένα
χορευτικό cd,
όμως, εκτός από παραγωγή, χρειάζεται και καλές συνθέσεις. Σε αυτό το σημείο ο Noisuf-X είχε ήδη βρει στο προηγούμενο άλμπουμ
μια εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα σε EBM, psy
trance και noise παραμόρφωση. Και λέω εξαιρετική, γιατί
είναι κατά βάση μια πολύ καλή ιδέα: αν πάρεις την ταχύτητα, και τη μαγεία των oscillators της psy, αφαιρέσεις τις αστείες αναφορές στο
διάστημα, αντικαταστήσεις το μονότονο και ξερό kick με το δυνατό kick και το γεμάτο μπάσο του σύγχρονου EBM και, τέλος, φέρεις την παραγωγή στον
21ο αιώνα δίνοντας πολύ περισσότερο όγκο και στρατηγική παραμόρφωση
σε όλα τα όργανα, έχεις ένα απίστευτο χορευτικό αμάλγαμα. Πασπαλίζεις με λίγους
πειραματισμούς στους ήχους και στο ρυθμό (αυτό που προσπαθούσε να κάνει η progressive στο ενδιάμεσο) και έχεις κάτι
πραγματικά καλό.
Και εδώ
είναι η δύναμη και αδυναμία αυτού του άλμπουμ: έχοντας πετύχει στο Voodoo Ritual την σωστή αναλογία, ο noisuf-x την εξελίσσει πολύ λίγο. Ναι μεν
ακούγεται ακόμα καλύτερο από το voodoo ritual, αλλά στον τομέα της καινοτομίας,
διακρίνω σημάδια κόπωσης. Τα νέα στοιχεία που προσπάθησε να βάλει, με τις
συμμετοχές του Peter
και του Johan
στο δεύτερο cd,
δεν αποδίδουν: ακούγονται σαν τυπικό agro industrial των τελευταίων 10 χρόνων. Έχει
πειραματιστεί με κάποιους ήχους και ρυθμούς παραπάνω, και αυτό είναι όλο.
Πόσο όμως
να παραπονεθώ; Στο πρώτο cd
δίνει τουλάχιστον 9 εν δυνάμει χιτάρες, γεμάτες παιχνίδι, groove και κάποια φαντασία, και
αποδεικνύοντας ότι στα dancefloors
θα παίζει και για φέτος χωρίς συναγωνισμό.
Rating: 8 / 10 (για όσους χορεύουν, οι άλλοι δεν ξέρω γιατί φτάσατε ως εδώ!)
aggrophil tec-goblin
Noisuf-x @
Myspace
i-tunes
Sleepin Pillow - Superman's Blues
1. Holy Monster /2 Silicone /3 Superman's Blues /4 An idiot's point of
view /5 Pathetic /6 Dope /7 Home /8 Anakrousis /9 A big circle /10 Masterpiece
/11 Simple words of truth /12 Superman's singing the blues
10 April 2010 - Shift records
Θα
μπορούσε άραγε κανείς να χαρακτηρίσει την νύχτα ως μουσική; Να μπορούσε να
περιγράψει την αντανάκλαση από τα φώτα πάνω στα νερά που έχουν αφήσει τα
πρωτοβρόχια του φθινοπώρου. Να μπορέσει να τραγουδήσει την μυστήρια βουή των
δρόμων και την κουρασμένη αναπνοή των περαστικών. Με «φοβηστικά» και όχι φοβητσιάρικα synthια
να σε περάσει από στενά σοκάκια όπου αμέριμνοι μετανάστες από κάθε γωνιά της
γης χρωματίζουν τον καμβά της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης στην περίπτωσή μας. Οι Sleepin Pillow, πάντως, είναι ένα από
τα γκρουπ που το καταφέρνει.
Ως
δια μαγείας είναι και αυτό ένα από τα συγκροτήματα που μας έχουν αφήσει με το
στόμα ανοιχτό. Χωρίς να απαρνιούνται τις ρίζες τους -με τον αντανακλαστικό
τρόμο που πιάνει τους περισσότερους στο άκουσμα «Ελληνική μουσική»- βγάζουν από μέσα τους συνθέσεις πραγματικά
εμπνευσμένες και καθόλου επιτηδευμένες. Η μουσική τους, δεν είναι βιασμένη, ούτε μεταφρασμένη και σίγουρα όχι κατευθυνόμενη
(εξ αμελείας). Όπως έχουμε (πολύ χαρούμενα) παρατηρήσει, τα τελευταία
χρόνια, υπάρχει μια έκρηξη από συγκροτήματα με αγγλόφωνο στίχο (και όχι μόνο). Ίσως
κάποτε από την σύνθεσή τους να προκύψει ένα ραδιενεργό στοιχείο "x" που έτσι και συσσωρευτεί,
πέρα των επιτρεπτών ορίων, θα μεταλλάξει αυτό που (μπλιάχ) λέμε Music Industry.
Έτσι
λοιπόν πάνω στο μουσικό χαλί των synth και γενικά των
πολλών ηλεκτρονικών επιρροών βλέπουμε να χορεύουν μαζί ήχοι από post
rock αλλά και ήχοι από πιο Ανατολικά. Please,
μην προσπαθήσεις να ταμπελο-κατηγοριο-τακτοποιήσεις την μουσική τους κι εγώ
προσπαθώ να το κάνω τώρα αλλά αποτυγχάνω οικτρά. Γι αυτό και δεν θα κάτσω να
αναλύσω ένα ένα τα τραγούδια στο δεύτερο άλμπουμ των SP.
Ούτε το ομώνυμο "Superman's Blues"
με το υπέροχο, και απίστευτα σωστά τοποθετημένο μέσα στο υπόλοιπο τραγούδι,
κλαρίνο στο τέλος. Ούτε το "Pathetic" που μου θύμισε κάτι
εποχές από Diary of Dreams. Ούτε το πολύ πωρωτικό εναρκτήριο "Holy Monster"
αλλά ούτε και το πολύ post-creepy-rock
"Anakrousis".
«Ι control your mind I control your heart,
where is your country, where is your god,
u know that I'm watchin u ‘n' your head exploding.
Ιll take u by my side, there s no alien just fake rebellions.»
Πατήστε
play σε αυτήν την
μοναδική συλλογή εμπνευσμένων μελωδιών και διαθέσεων που ρέουν κατευθείαν από
μουσικά μυαλά τα οποία (φαίνεται στο άλμπουμ) ότι έχουν παιδεία, ανοιχτούς
ορίζοντες και έμπνευση (lots of
it). Στα αρνητικά θα ήθελα να βάλω ότι στο χορό αυτό της
μουσικής θα ήθελα να «πατάει» λίγο πιο καλά η φωνή του Nomik
στα πόδια της με περισσότερη έμφαση στους στίχους οι οποίοι είναι άδικο να
χάνονται ενώ έχουν να πουν οι ίδιοι πράγματα. Να είναι πιο πολύ στο foreground.
Αυτά, λοιπόν, είναι το μπλού (που θα
έλεγε και ο Ζωρζ) του Superman, γιατί κι αυτός
δικαιούται να νταλκαδιάσει που και
που (με τον δικό του τρόπο)...
Rating : 8 / 10
Δημήτριος Balidor Κουτσομιχάλης
Pages